WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
more than enough n (plenty)υπεραρκετός επίθ
  (ελαφρώς αποδοκιμαστικό)παραπάνω από όσο χρειάζομαι περίφρ
 It's unfair that some people are poor and starving while others have more than enough.
 Είναι άδικο που κάποιοι άνθρωποι είναι φτωχοί και πεινάνε, ενώ άλλοι έχουν παραπάνω από όσα χρειάζονται.
more than enough [sth],
more than enough of [sth]
expr
(plenty of [sth])υπεραρκετός επίθ
  (ελαφρώς αποδοκιμαστικό)παραπάνω κτ από όσο χρειάζομαι περίφρ
 Please join us for dinner; there's more than enough food.
 Against Greece, the team had more than enough of the ball, but could not score a goal.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'more than enough' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση more than enough στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «more than enough».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!